γυναικίας

γῠναικ-ίας, ου, ,
A = γύννις, weakling, Eup.124 (dub.), Luc.Pisc.31, Lib.Or.64.64.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυναικίας — γυναικίας, ο (AM) γυναικωτός, θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + ίᾱς, επίθημα χαρακτηριστικό παρωνυμίων (πρβλ. νεανίας)] …   Dictionary of Greek

  • γυναικίας — γυναικίᾱς , γυναικίας weakling masc acc pl γυναικίᾱς , γυναικίας weakling masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικίαι — γυναικίας weakling masc nom/voc pl γυναικίᾱͅ , γυναικίας weakling masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικίαν — γυναικίᾱν , γυναικίας weakling masc acc sg (attic epic doric aeolic) γυναικίας weakling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικίᾳ — γυναικίαι , γυναικίας weakling masc nom/voc pl γυναικίᾱͅ , γυναικίας weakling masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • γυναικίου — γυναίκιον neut gen sg γυναικίας weakling masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.